Έχουμε μέρες να τα πούμε. Και επειδή πέρασε καιρός, θέλω να καταπιαστώ πρώτα με το θέμα του Ζοάο Μάριο. Η μεταγραφή του 33χρονου μεσοεπιθετικού, ουσιαστικά, προμηνυόταν από πολύ νωρίς το καλοκαίρι. Γιατί είναι ένας παίκτης του… Νίκολιτς. Η άποψη του Σέρβου τεχνικού όχι απλά έχει βαρύτητα εντός του κιτρινόμαυρου στρατοπέδου, αλλά είναι εκείνη που υπερισχύει και βάσει τα «θέλω» του Νίκολιτς, γίνονται (ή δεν γίνονται) οι
αντίστοιχες κινήσεις. Ο Νίκολιτς εξ αρχής ήθελε τον Ζοάο. Ακόμη και όταν προέκυψαν άλλες περιπτώσεις ποδοσφαιριστών, επέμεινε.
Όχι επειδή είναι τρελός και δεν ξέρει τι θέλει να κάνει. Αλλά ακριβώς το αντίθετο. Γιατί είναι ρεαλιστής και έχει πολύ ξεκάθαρους στόχους για το μέλλον. Ο Νίκολιτς έχει θέσει ως πρώτο μεγάλο στόχο το πρωτάθλημα. Και για να παρθεί αυτό, πρέπει όλα τα κομμάτια του παζλ να βρίσκονται στην ΑΕΚ, προκειμένου να το φτιάξει όπως εκείνος επιθυμεί. Ο Ζοάο Μάριο, κατά τον Νίκολιτς, είναι ένα σημαντικό κομμάτι και ένας συνδετικός κρίκος εντός των
αποδυτηρίων, που τον θέλει.
Άλλωστε, δεν είναι μόνο το γκολ που κέρδισε τον Νίκολιτς. Αλλά είναι ο τρόπος παιχνιδιού του Ζοάο. Ο Πορτογάλος δεν είναι ο εξτρέμ γραμμής, ο γρήγορος, που θα πατήσει ασβέστη και θα φύγει στο χώρο. Τουναντίον, είναι ο παίκτης που θα συγκλίνει, θα παίξει περισσότερο στον άξονα και θα κλείσει
προς τα μέσα. Στον ένα χρόνο παρουσίας του Σέρβου στον πάγκο της ΑΕΚ, έχει αποδειχθεί πως έτσι θέλει να παίζει. Αρέσει-δεν αρέσει, αυτός ο τρόπος
έφερε το πρωτάθλημα στην ΑΕΚ. Οπότε πρέπει να γίνει σεβαστός.
Αρκετά, όμως, για τον Ζοάο Μάριο. Και αρκετά γενικά με τη μίρλα και την γκρίνια των τελευταίων ημερών. Κοντεύουμε να ξεχάσουμε πως η ΑΕΚ πήρε
το περσινό πρωτάθλημα. Ότι η ΑΕΚ κράτησε τον κορμό της και ενισχύθηκε με παίκτες εκατομμυρίων νωρίτερα μέσα στο καλοκαίρι, όταν οι άλλοι «έτρεχαν» τις τελευταίες ημέρες. Ο εκμηδενισμός είναι ένα φαινόμενο που δεν παρατηρείται μόνο αυτό το διάστημα. Είναι… ελληνικό χόμπι.
Ειλικρινά, πως γίνεται τόσο εύκολα να εκμηδενίζει μία τέτοια προσπάθεια, όπως της ΑΕΚ; Σαφώς και όλοι μπορούμε να λέμε την άποψή μας, να κρίνουμε και υπερτονίζουμε τα λάθη. Αλλά αυτό είναι διαφορετικό κομμάτι. Και αν γίνεται, όποτε γίνεται, από όποιον γίνεται αυτό, είναι απολύτως αποδεκτό. Οι ισορροπίες, ωστόσο, είναι λεπτές. Και δεν πρέπει να χάνεται – σε καμιά περίπτωση – ο σεβασμός.









