Η ουσία στην υπόθεση του Μάριου Ηλιόπουλου δεν βρίσκεται απλώς στο ότι απαλλάχθηκε ξανά για τις δηλώσεις του μετά το παιχνίδι με τον Ολυμπιακό.
Δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας ακόμα δικαστικής διαδικασίας που έχει σημασία. Είναι κυρίως το συνολικό μοτίβο που διαμορφώνεται εδώ και μήνες.
Από τη στιγμή που ξεκίνησαν οι παραπομπές εις βάρος του, από πέρσι μέχρι και σήμερα, ο Ηλιόπουλος οδηγείται διαρκώς σε δικαίωση. Και όχι σε μια
τυπική ή οριακή δικαίωση, αλλά σε μια επαναλαμβανόμενη και ηχηρή επιβεβαίωση της θέσης του.
Αυτό έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο ίσως φαίνεται σε πρώτη ανάγνωση. Δεν μιλάμε για υποθέσεις δευτερεύουσας σημασίας, ούτε για διαδικασίες που αφορούσαν κάτι επιφανειακό ή αδιάφορο. Μιλάμε για παρεμβάσεις, τοποθετήσεις και δημόσιες καταγγελίες που άγγιζαν σοβαρά ζητήματα. Ζητήματα που είχαν ηθικό βάρος, θεσμική προέκταση και ουσιαστική σημασία για την ΑΕΚ, αλλά και για όσα καταγγέλλονταν συνολικά γύρω από το ελληνικό ποδόσφαιρο. Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος που μιλά δημόσια, μετωπικά και χωρίς υπεκφυγές, καταλήγει ξανά και ξανά να δικαιώνεται, τότε αυτό δεν μπορεί να περνά ως μια απλή νομική είδηση. Είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό.
Η συγκεκριμένη υπόθεση είχε μάλιστα ξεχωριστό ειδικό βάρος. Και αυτό γιατί ήταν η πρώτη και μοναδική περίπτωση στην οποία είχε επιβληθεί ποινή σε
πρώτο βαθμό. Εδώ δηλαδή δεν είχαμε απλώς μια ακόμα κατηγορία που κατέρρευσε. Είχαμε μια υπόθεση που είχε φτάσει σε σημείο καταδίκης σε πρώτο στάδιο, άρα αποκτούσε ακόμα πιο έντονο συμβολισμό. Κι όμως, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η τελική εξέλιξη ήταν η πλήρης δικαίωση του Ηλιόπουλου. Αυτό από μόνο του είναι εξαιρετικά σημαντικό. Γιατί δείχνει ότι όταν η υπόθεση εξετάστηκε σε βάθος και πέρασε από το φίλτρο δεύτερης
κρίσης, η τελική απόφαση όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε την αρχική ποινή, αλλά αποκατέστησε πλήρως τη θέση του.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη εικόνα. Ότι δεν μιλάμε απλώς για έναν παράγοντα που αθωώθηκε. Μιλάμε για μια διαρκή ακολουθία παραπομπών
που, στο τέλος της ημέρας, οδηγούν όλες στο ίδιο αποτέλεσμα. Στη δικαίωση. Και αυτό δημιουργεί ένα σαφές αποτύπωμα γύρω από την παρουσία και τη
στάση του. Διότι όταν κάποιος στοχοποιείται κατ’ επανάληψη για τόσο σοβαρές τοποθετήσεις και τελικά οι διαδικασίες καταλήγουν να τον δικαιώνουν, τότε εύλογα ενισχύεται η αίσθηση ότι υπήρξε μια προσπάθεια πίεσης…
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που πρέπει να σταθεί κανείς και ίσως είναι το πιο κρίσιμο απ’ όλα. Ο Ηλιόπουλος δεν ακολούθησε ποτέ τη γραμμή μιας
προσεκτικής, κλειστής ή αποστειρωμένης υπεράσπισης. Δεν επιχείρησε να μαζέψει όσα είπε του. Δεν πήγε στις διαδικασίες για να διαχειριστεί απλώς μια
νομική εκκρεμότητα με τον πιο ανώδυνο τρόπο. Αντίθετα, από την απολογία του ήδη είχε τοποθετηθεί με σαφήνεια, με λεπτομέρειες, με αναφορές σε πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις που ο ίδιος θεωρεί σκοτεινές και ντροπιαστικές για το ποδόσφαιρο. Και όχι μόνο αυτό. Τα ίδια επανέλαβε και στην έφεση, επιμένοντας δημόσια, ονομαστικά και χωρίς υπαναχώρηση σε μια σειρά από πολύ σοβαρές καταγγελίες.
Αυτό είναι που κάνει τη δικαίωσή του ακόμα πιο βαριά σε επίπεδο ουσίας. Γιατί δεν πρόκειται για μια περίπτωση όπου κάποιος «τη γλίτωσε». Πρόκειται
για μια υπόθεση στην οποία ο ίδιος στάθηκε απέναντι στη διαδικασία επιμένοντας στην ουσία όσων είχε πει. Δεν μάζεψε τη θέση του. Δεν την ανασκεύασε. Δεν επιχείρησε να τη μαλακώσει.
Γι’ αυτό και η σημασία της απόφασης ξεπερνά κατά πολύ τα στενά όρια μιας απλής νομικής εξέλιξης. Δεν είναι μόνο μια απαλλαγή στα χαρτιά. Είναι μια
δικαίωση που αποκτά ειδικό βάρος επειδή έρχεται έπειτα από δύο κρίσεις, έπειτα από δημόσιες καταγγελίες, έπειτα από ξεκάθαρες αναφορές και επιμονή σε πρόσωπα και πράγματα. Και ακριβώς γι’ αυτό η απόφαση αγγίζει την ουσία της στάσης του Ηλιόπουλου και όχι απλώς το διαδικαστικό κομμάτι της υπόθεσης.
Για την ΑΕΚ αυτό έχει ξεχωριστή σημασία. Όχι μόνο επειδή αφορά τον διοικητικό της ηγέτη, αλλά επειδή συνδέεται με μια συνολικότερη εικόνα για το
πώς η ίδια η ομάδα και ο κόσμος της αντιλαμβάνονται όσα συμβαίνουν γύρω τους. Όταν ένας άνθρωπος που μιλά ανοιχτά για όσα θεωρεί στρεβλά και
επιζήμια δικαιώνεται διαρκώς, τότε αυτό προφανώς ενισχύει και το αίσθημα ότι η στάση αυτή δεν ήταν αυθαίρετη, ούτε υπερβολική, ούτε αποκομμένη από
την πραγματικότητα. Αντιθέτως, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη νομιμοποίηση και βαρύτητα.
Είναι λοιπόν σημαντικό να μη χαθεί η μεγάλη εικόνα πίσω από τον τίτλο της απαλλαγής. Το θέμα δεν είναι μόνο ότι ο Ηλιόπουλος αθωώθηκε ξανά. Το
θέμα είναι ότι δικαιώνεται ξανά και ξανά σε υποθέσεις με βαρύ περιεχόμενο, με σοβαρές δημόσιες αιχμές και με ξεκάθαρη σύγκρουση. Και ειδικά σε αυτή την υπόθεση, που είχε φτάσει μέχρι και σε ποινή σε πρώτο βαθμό, η τελική ανατροπή αποκτά ακόμη πιο δυνατό συμβολισμό.









