Ο Τζέφρι Έπσταϊν κατάφερε να χτίσει μια τεράστια περιουσία ακολουθώντας μια ασυνήθιστη και αδιαφανή διαδρομή, που ξεκίνησε από την εκπαίδευση και κατέληξε στα ανώτερα κλιμάκια της Γουόλ Στριτ και της διεθνούς ελίτ. Γεννημένος στο Μπρούκλιν σε οικογένεια μεσαίας τάξης, δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις πανεπιστημιακές του σπουδές. Παρ’ όλα αυτά, το 1976 προσελήφθη ως καθηγητής μαθηματικών στο φημισμένο Dalton School της Νέας Υόρκης, όπου φοιτούσαν παιδιά εύπορων οικογενειών. Εκεί άρχισε να δημιουργεί πολύτιμες γνωριμίες.
Μέσω κοινωνικών επαφών γνώρισε τον Άλαν Γκρίνμπεργκ της επενδυτικής τράπεζας Bear Stearns. Παρά την έλλειψη πτυχίου, εντυπωσίασε και προσλήφθηκε στην εταιρεία, όπου ασχολήθηκε με σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα και διαχείριση κεφαλαίων. Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία, αποκτώντας φήμη ικανού διαπραγματευτή. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 αποχώρησε και ίδρυσε τη δική του εταιρεία χρηματοοικονομικών συμβουλών, απευθυνόμενος αποκλειστικά σε δισεκατομμυριούχους πελάτες.
Η στρατηγική του βασίστηκε στη διαχείριση μεγάλων περιουσιών με απόλυτη μυστικότητα και σε φορολογικό σχεδιασμό για υπερπλούσιους επιχειρηματίες. Μεταξύ των σημαντικότερων πελατών του ήταν ο Λες Γουέξνερ, ιδρυτής της L Brands (Victoria’s Secret), ο οποίος του έδωσε ευρεία οικονομική εξουσία. Η σχέση αυτή φέρεται να αποτέλεσε κομβικό σημείο για την εκτόξευση της περιουσίας του Έπσταϊν.
Στο απόγειό του, η καθαρή του περιουσία εκτιμήθηκε κοντά στα 600 εκατομμύρια δολάρια. Επένδυσε σε ακίνητα υψηλής αξίας: μια από τις μεγαλύτερες επαύλεις στο Μανχάταν, κτήμα στο Παλμ Μπιτς, ράντσο στο Νέο Μεξικό και το ιδιωτικό νησί Little Saint James. Ο πολυτελής τρόπος ζωής του λειτουργούσε ως μέσο ενίσχυσης της εικόνας ισχύος και επιρροής. Παρότι πολλές πτυχές των οικονομικών του δραστηριοτήτων παραμένουν ασαφείς, είναι σαφές ότι ο πλούτος του βασίστηκε σε δίκτυο ισχυρών γνωριμιών, διαχείριση κεφαλαίων και πρόσβαση σε κύκλους εξουσίας.
πηγή: iefimerida.gr









