Η ΑΕΚ σαν σήμερα (04/04) έγραψε ιστορία το 1968, καθώς κέρδισε τη Σλάβια Πράγας στο Καλλιμάρμαρο με 89-82 και κατέκτησε το Κύπελλο Κυπελλούχων μπροστά σε 80.000 κόσμο. Η «Βασίλισσα» έτσι «σήκωσε» τη χώρα μας σε δύσκολες εποχές, καθώς δεν είχαμε δημοκρατία και πανηγύρισε το πρώτο ευρωπαϊκό που κέρδισε ποτέ ελληνική ομάδα στο μπάσκετ.
Για το έπος του 68’ μίλησε στην «ΩΡΑ των Σπορ» ο τεράστιος Νίκος Μπαμπανικολός. Ο «Μπάμπα» που είναι ο γηραιότερος αθλητής της «Ένωσης» και που γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον τι σημαίνει ΑΕΚ, αναφέρθηκε σε εκείνες τις μέρες και πως το έζησε. Ο Μπαμπανικολός αναφέρθηκε σε διάφορα ενδιαφέροντα γεγονότα, από το πως έγινε ο τελικός στη χώρα μας, το ότι ο κόσμος γέμισε την Αθήνα από ζωή στα δύσκολα χρόνια της Χούντας, μέχρι τους πανηγυρισμούς.
Αναλυτικά όσα δήλωσε ο «Μπάμπα» στην «ΩΡΑ των Σπορ»:
-Τι θυμάται από εκείνες τις μέρες, πως έζησε τον ιστορικό τελικό και ποια είναι τα συναισθήματά του:
«Αρχικά εδώ και πολλά χρόνια τέτοια μέρα πηγαίνουμε και κάνουμε φόρο τιμής στο Καλλιμάρμαρο, όπως θα γίνει και αύριο. Εκείνο όμως που θέλω να πω το έπος που έγινε το 1968, χρειάστηκε μία προετοιμασία. Καταρχήν εκείνη την εποχή πρόεδρος της ΑΕΚ ήταν ο Γιώργος Χρυσαφίδης, ο οποίος ήταν από τους πιο σπουδαίους προέδρους που είχαμε. Εμένα με κάλεσε στο κατάστημά του, εκεί δούλευε και ένας συμπαίκτης μου ο Νίκος ο Χατζηράφτης. Πήγαινα και μου είπε σε μια συνάντηση “Νίκο σε θέλω να γίνεις έφορος του μπάσκετ”, του λέω “Δεν θα γίνω εγώ, ένας ικανός να κάνει αυτή τη δουλειά είναι ο φίλος μου ο Δημοσθένης ο Πασχαλίδης”. Έτσι ο Πασχαλίδης έγινε ο έφορος του μπάσκετ και εγώ πήρα τη δεύτερη μου αγάπη που ήταν ο στίβος. Αμέσως μετά από αυτό το συμβούλιο ο Χρυσαφίδης πήγε στην Τσεχία και ΄άρχισε να μιλάει με τους επικεφαλής της Σλάβια. Ήρθε τότε σε κάποια συμφωνία, τους είπε να έρθουν στην Ελλάδα για μια εβδομάδα με δικά μας έξοδα στον Αστέρα για να περάσουν καλά. Αυτοί πιστεύαν ότι επειδή μας είχαν κερδίσει το 66’ ότι θα μας κέρδιζαν, είπαν ότι όπου και να παίξουμε ότι θα μας διαλύσουν. Ωστόσο αυτό έπρεπε να το εγκρίνει και η FIBA. Τότε ο πρόεδρος της FIBA ήταν ο Τζόνσον αλλά είχε μια γραμματέα που λεγόταν Ούρσουλα και έκανε αυτή κουμάντο. Για να μπορέσουμε να είμαστε σίγουροι ότι θα γίνει εδώ ο αγώνας, ο Πασχαλίδης που τον έβαλα να αναλάβει για να πάει στο Μόναχο που ήταν τότε σ=τα γραφεία της GFIBA, είπε σε έναν καλό μας φίλο στον Κώστα τον Δήμου. Του είπε να πάνε μαζί στο Μόναχο που τα ξέρει ο ίδιος καλά και είπε εντάξει. Έφυγαν πήγαν στο αεροδρόμιο στο Ελληνικό, περνάει ο Δήμου, πάει να περάσει ο Δημοσθένης αλλά δεν γινόταν επειδή είχε λήξει το διαβατήριό του, έκανε πιο εκεί και άλλαξε την ημερομηνία ήξερα γιατί τον είχα βάλει. Πάνε στο Μόναχο, είχαν από εδώ και από εκεί τον Τζόνσον και την Ούρσουλα και τους έπεισαν να παίξουμε στην Αθήνα. Παρόλα αυτά αλλά τους είπαν να γυρίσουν κορώνα-γράμματα η κορώνα να είναι η Τσεχία και τα γράμματα εσείς, να δουν τικ θα φέρει. Έπεσε κορώνα στην Τσεχία δηλαδή., Έγινε αυτό, τελικά ήρθαν εδώ, τους περιποιηθήκαμε όσο μπορούσαμε και εμείς καλύτερα και ήρθε η μέρα του αγώνα. Από τις 2 το μεσημέρι ερχόντουσαν στίφη Ελλήνων, όχι ΑΕΚτζήδων αλλά Ελλήνων. Όταν έγιναν 80.000 έξω από το στάδιο ήταν διαφόρων ομάδων, όλοι ήθελαν να κερδίσει η ΑΕΚ. Ένα άλλο που είχε σημασία, επειδή τότε είχαμε Χούντα, τότε δεν άφηναν μαζί πάνω από 3 ή 4 ανθρώπους. Οπότε καταλαβαίνει πόσο σπουδαίο ήταν αυτό, που είχα 80.000 κόσμο. Ένα γεγονός που δεν ξέρει σχεδόν κανένας όμως είναι ότι όλες οι ομάδες είχαν προέδρους στρατιωτικούς, εμείς όμως δεν είχαμε, γιατί ό0μως. Γιατί η γυναίκα του Παπαδόπουλου η Δέσποινα ήταν συγγενής του Γάσπαρη, του πρώην ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ. Εμείς είχαμε δύο στρατιωτικούς, ο ένας ήταν μόνιμος που λεγόταν Τράγος και ο άλλος που κάναμε εμείς κουμάντο. Αφού έγιναν όλα αυτά ήρθε η μέρα του αγώνα. Ήρθαν όλοι του καθεστώτος και έκατσαν στα επίσημα. Εγώ έκατσα σε μία καρέκλα μεταξύ των παικτών της ΑΕΚ που ήταν αριστερά μου και μεταξύ της Σλάβια που ήταν δεξιά μου. Εγώ είχα ένα μικρόφωνο, όπου που και που έλεγα κάτι εγώ, εκτός από αυτά που έλεγαν οι προπονητές. Ένα από αυτά ήταν ότι είχα δει ότι ο Όζντεκ είχε 4 φάουλ, οπότε είπα να δώσουν την μπάλα στον Τρόντζο για να του κάνει φάουλ για να βγει έξω, έτσι και έγινε. Όταν τελείωσε ο αγώνας στον κύκλο που έκαναν οι δικοί μας παίκτες, έτρεχαν από πίσω και οι Τσέχοι. Μετά δεν πήραμε το Κύπελλο που έχουμε στα γραφεία μας, έχουμε αυτό που μας έδωσαν, βγήκαν οι δικοί μας έξω κυρίως ο Αμερικάνος και τον σήκωσαν μέχρι τον Ομόνοια. Αυτά τα σπουδαία έγιναν εκείνη την ημέρα».
-Για το εάν ήθελε να προσθέσει κάτι που δεν είχε πει στην ταινία «1968»:
«Μας είχε πει ο Μπουλμέτης πείτε μου πράματα για τον Μόσχο. Εγώ είχε ξεχάσει το πιο σπουδαίο, που είπα μετά. Ο Γιώργος ο Μόσχος είχε τελείως κρυφή την αρρώστια του. Η γυναίκα μου η Ελένη το 67’ δούλευε στο αεροδρόμιο. Τότε είχε έρθει η Ολυμπιακή στις 3 από το Λονδίνο, είχε έρθει ο Μόσχος που είχε κάνει τα διάφορα που έπρεπε να κάνει γιατί είχε καρκίνο, ήταν σε κακά χάλια. Του πήρε τη μικρή βαλίτσα και της είπε “Σε παρακαλώ Ελένη πες και στον Νίκο , μην αναφέρεται τίποτα γύρω από την ασθένειά μου, θέλω να το κρατήσω κρυφό”. Αυτό είχα ξεχάσει να το πω στο φιλμ, το μόνο που είπα ήταν αυτό με που γυάλιζε τα παπούτσια του με το πανί που είχε μαζί του συνέχεια. Μόνο αυτό είχε πει στο φιλμ και είχε ξεχάσει αυτό».
-Για το ότι μαζεύονται κάθε χρόνο στο Καλλιμάρμαρο:
«Είναι κάτι που αισθανόμαστε ότι πρέπει να το κάνουμε, είναι κάτι που πρέπει να τιμήσουμε εκείνη την ημέρα, πράγματι ήταν μια πάρα πολύ σπουδαία μέρα, ήταν το έπος του ελληνικού αθλητισμού και πρόσεξε, το πιο σπουδαίο είναι ότι καταφέραμε αυτή τη Χούντα να επιστρέψει χιλιάδες κόσμου να δει τον αγώνα και όχι να πει δεν γίνεται γιατί αυτή είναι η διαταγή μας. Κατά κάποιο τρόπο οι Έλληνες πιστεύω χαρήκαν και την ευκαιρία να αισθανθούν πιο ελεύθεροι και να φωνάξουν».
Συνέντευξη στον Σπύρο Τσόκο








