Ο Κρεγκ Μπρούστερ έζησε μερικές από τις πιο ξεχωριστές στιγμές της ποδοσφαιρικής του καριέρας φορώντας τη φανέλα του Ιωνικού, αφήνοντας έντονο το αποτύπωμά του στα ελληνικά γήπεδα.
Δεν είναι συνηθισμένο ένας ποδοσφαιριστής από το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμένει για τόσα χρόνια στην Ελλάδα, όμως ο Σκωτσέζος επιθετικός αποτέλεσε βασικό στέλεχος του Ιωνικού από το 1996 έως το 2001, καταγράφοντας συνολικά 160 συμμετοχές. Ένα επίτευγμα που τον καθιστά τον Βρετανό με τις περισσότερες εμφανίσεις στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Μάλιστα, η παρουσία του στη χώρα μας θα μπορούσε να είχε διαρκέσει ακόμη περισσότερο, καθώς βρέθηκε πολύ κοντά σε μεταγραφή στην ΑΕΚ, η οποία τελικά δεν ολοκληρώθηκε για λεπτομέρειες.
Σε συνέντευξή του στο Ole.gr, ο Μπρούστερ ανατρέχει στα χρόνια της επιτυχίας στον Ιωνικό, αποκαλύπτει τους λόγους που τον οδήγησαν στην επιστροφή του στη Σκωτία, παρά το ενδιαφέρον της ΑΕΚ, ενώ εξηγεί και γιατί θεωρεί ότι δεν κατάφερε ποτέ να φορέσει τη φανέλα της εθνικής ομάδας της χώρας του. Μέσα από τις αναμνήσεις του, ξεδιπλώνει σημαντικά κεφάλαια της ποδοσφαιρικής του διαδρομής.
Αναλυτικά:
-Η Σκωτία προκρίθηκε στα τελικά, παρότι πολλοί δεν το περίμεναν. Τι ήταν αυτό που την έκανε να ξεχωρίσει;
«Η Σκωτία βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση τα τελευταία χρόνια με προπονητή τον Στιβ Κλαρκ. Η τελευταία φορά που είχαμε προκριθεί ήταν το 1998 για το Παγκόσμιο Κύπελλο, οπότε είχε περάσει πολύς καιρός. Στη συνέχεια καταφέραμε να προκριθούμε σε μερικές διοργανώσεις του EURO και έτσι, το να τα καταφέρουμε ξανά έπειτα από 28 χρόνια είναι σπουδαίο. Το να επιστρέψει η Σκωτία στο υψηλότερο επίπεδο του διεθνούς ποδοσφαίρου είναι πραγματικά υπέροχο».
-Η Σκωτία είναι σε έναν πολύ δύσκολο όμιλο. Πιστεύετε ότι έχει τις δυνατότητες να προκριθεί στην επόμενη φάση; Και γιατί όχι ακόμη πιο μακριά;
«Το σημαντικό είναι να πηγαίνουμε βήμα-βήμα. Το θετικό είναι ότι ήδη προκριθήκαμε. Δώσαμε ένα εξαιρετικό φιλικό στην Αμερική, όπου πετύχαμε τέσσερα γκολ. Αυτό έδωσε στη Σκωτία ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Χρειάζεται επαγγελματισμός και να κάνεις τη δουλειά σου σωστά. Θα πάμε στο δεύτερο απέναντι στο Μαρόκο γεμάτοι αυτοπεποίθηση. Εκείνο το παιχνίδι μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.
Και μετά υπάρχει το τρίτο παιχνίδι με τη Βραζιλία. Ξέρουμε όλοι πόσο καλή ομάδα είναι η Βραζιλία. Προς το παρόν, όμως, ας απολαύσουμε το γεγονός ότι βρισκόμαστε εδώ».
-Δεν είχατε την ευκαιρία να εκπροσωπήσετε τη Σκωτία. Είναι κάτι που θα θέλατε να είχατε ζήσει αν μπορούσατε να γυρίσετε τον χρόνο πίσω;
«Θα ήταν φανταστικό να έχω μία συμμετοχή με την εθνική ομάδα της χώρας μου. Όμως δεν συνέβη ποτέ, οπότε δεν έχω καμία απολύτως πικρία.
Όταν βρισκόμουν στην Ελλάδα, από τα 29 έως τα 34 μου χρόνια, πιθανότατα ήμουν μακριά από τα μάτια των ανθρώπων στη Σκωτία και, κατά κάποιον τρόπο, ‘ξεχασμένος’. Όταν επέστρεψα στα 34 μου στη Χιμπέρνιαν, ξαφνικά ο κόσμος άρχισε να λέει ότι είμαι καλός παίκτης και ότι θα έπρεπε να βρίσκομαι στην εθνική Σκωτίας. Όμως τότε ήμουν ήδη 34 ετών και πολλοί έλεγαν ότι ήμουν πολύ μεγάλος».
-Πώς πήρατε την απόφαση να φύγετε από τη Σκωτία και να έρθετε σε μια χώρα αρκετά μακριά; Υπήρξαν δυσκολίες στην προσαρμογή σας στον Ιωνικό;
«Όταν ήρθα για πρώτη φορά στον Ιωνικό το 1996, το συμβόλαιό μου με τη Νταντί Γιουνάιτεντ είχε λήξει. Υπήρχε ένας παίκτης της Χιμπέρνιαν, ο Στίβεν Τουίντ, που είχε μόλις υπογράψει στον Ιωνικό.
Ο ατζέντης τότε μίλησε με τον πρόεδρο, τον Κανελλάκη. Ο κύριος Κανελλάκης είπε ότι χρειαζόταν επίσης έναν επιθετικό και ο ατζέντης, ο Μπλερ Μόργκαν, τού έδωσε το δικό μου όνομα. Με παρακολούθησαν και αποφάσισαν ότι ήμουν ο κατάλληλος παίκτης. Εκείνη την περίοδο ήμουν ένας από τους πρώτους ποδοσφαιριστές που επωφελήθηκαν από τον νόμο Μπόσμαν. Αυτό επέτρεψε στους ποδοσφαιριστές, όταν ολοκληρώνεται το συμβόλαιό τους, να είναι ελεύθεροι να επιλέξουν τον επόμενο σταθμό της καριέρας τους.
Έτσι, ήμουν ένας από τους πρώτους παίκτες που ήρθαν στην Ελλάδα με αυτόν τον νέο κανονισμό. Υπέγραψα για έναν χρόνο, μετά για ακόμη έναν χρόνο και στη συνέχεια για τρία χρόνια. Συνολικά πέντε χρόνια. Και αγάπησα κάθε λεπτό αυτής της διαδρομής».
-Μείνατε πολλά χρόνια και πετύχατε πάρα πολλά γκολ. Ποια ήταν η στιγμή που ξεχωρίζετε περισσότερο; Ίσως η «έξοδος» στην Ευρώπη ή ο τελικός Κυπέλλου;
«Ο Ιωνικός ήταν ένας ‘μικρός’ σύλλογος στην Ελλάδα. Όταν έφτασα, προπονητής μας ήταν ο Όλεγκ Μπλαχίν, πρώην κορυφαίος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης. Είχαμε μια πραγματικά πολύ καλή ομάδα.
Νομίζω πως το σημαντικότερο στοιχείο ήταν η ενότητα και η πίστη που υπήρχε μεταξύ μας. Είχαμε επίσης ποιότητα ως σύνολο και ξαφνικά ο Ιωνικός κατάφερε να πετύχει πράγματα που έμοιαζαν αδιανόητα. Στα πέντε χρόνια που αγωνίστηκα εκεί, τερματίσαμε δύο φορές στην πέμπτη θέση του ελληνικού πρωταθλήματος. Αν σκεφτείτε ότι απέναντί μας είχαμε τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ και παρ’ όλα αυτά ο Ιωνικός βρέθηκε πέμπτος, ήταν πραγματικά απίστευτο.
Η πρόκριση στην Ευρώπη ήταν κάτι απολύτως εκπληκτικό. Κοιτάζοντας πού βρίσκεται σήμερα ο Ιωνικός και αναλογιζόμενος ότι πριν από περίπου 30 χρόνια κατάφερε να εξασφαλίσει ευρωπαϊκή συμμετοχή, δύσκολα πιστεύει κανείς ότι θα συμβεί ξανά στην ιστορία του συλλόγου.
Αυτό δείχνει πόσο σπουδαία ήταν εκείνη η επιτυχία και πόσο καλά τα καταφέραμε. Η συμμετοχή στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας ήταν επίσης μια ξεχωριστή στιγμή. Θυμάμαι πως όταν εξασφαλίσαμε την έξοδο στην Ευρώπη βρισκόμασταν κάπου στην Πελοπόννησο. Δεν θυμάμαι ακριβώς ποιο παιχνίδι ήταν, όμως όταν επιστρέψαμε, όλοι οι φίλαθλοι του Ιωνικού μάς περίμεναν για να γιορτάσουν μαζί μας την πρόκριση. Ήταν κάτι πραγματικά ξεχωριστό.
Το να αγωνιστούμε στον τελικό απέναντι στην ΑΕΚ ήταν επίσης σπουδαίο. Θα ήταν ωραίο να είχαμε κερδίσει, αλλά και η ΑΕΚ διέθετε τότε μια πολύ καλή ομάδα. Είναι αναμνήσεις που θα μείνουν για πάντα».
-Μετά από αρκετά χρόνια αποχωρήσατε από τον Ιωνικό. Ποιος ήταν ο λόγος;
«Ο λόγος που έφυγα από τον Ιωνικό ήταν η ΑΕΚ. Μετά από περίπου 4.5 χρόνια στον σύλλογο, η ΑΕΚ ενδιαφέρθηκε να με αποκτήσει. Ήμουν τότε 34 ετών και η ΑΕΚ ήταν διατεθειμένη να πληρώσει 100.000 ευρώ. Ο πρόεδρός μου, ο κύριος Κανελλάκης, ζητούσε 200.000 ευρώ.
Για μένα εκείνη ήταν η μεγάλη ευκαιρία να αγωνιστώ σε έναν μεγάλο ευρωπαϊκό σύλλογο. Θα ήταν η μεγαλύτερη ομάδα της καριέρας μου και μάλιστα σε ηλικία 34 ετών. Τελικά η μεταγραφή δεν πραγματοποιήθηκε. Απογοητεύτηκα πολύ.
Έξι μήνες αργότερα το συμβόλαιό μου ολοκληρωνόταν. Ο Ιωνικός ήθελε να με κρατήσει για άλλα δύο χρόνια, όμως μου προσέφερε λιγότερα χρήματα από όσα έπαιρνα ήδη. Αφού είχε χαθεί η ευκαιρία να αγωνιστώ σε έναν μεγάλο ευρωπαϊκό σύλλογο και στη συνέχεια μου προτάθηκαν λιγότερα χρήματα, ένιωσα ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω. Γι’ αυτό και επέστρεψα στη Σκωτία, κάτι που με στεναχώρησε ιδιαίτερα».
-Όταν φύγατε από τον Ιωνικό, είχατε στο μυαλό σας το ενδεχόμενο να επιστρέψετε στην Ελλάδα για κάποια άλλη ομάδα;
«Αφού επέστρεψα στη Σκωτία, δεν προέκυψε ποτέ κάποια νέα ευκαιρία για να γυρίσω στην Ελλάδα ως ποδοσφαιριστής.
Ωστόσο, επιστρέφω κάθε χρόνο για διακοπές. Είναι κάτι που περιμένω με ανυπομονησία κάθε Αύγουστο».
-Έχετε σκεφτεί ποτέ να επιστρέψετε στην Ελλάδα από κάποιο άλλο πόστο;
«Όχι. Έχω τη σύζυγό μου, την κόρη μου και δύο θετούς γιους. Είναι όλοι ευτυχισμένοι με τη ζωή που έχουμε. Πλέον δεν πρόκειται μόνο για μένα.
Έχω επίσης τη δική μου ακαδημία ποδοσφαίρου για παιδιά. Αυτό που λατρεύω είναι να επιστρέφω στην Ελλάδα για τις διακοπές μου».









