Του Κώστα Πλιάτσικα
Η ΑΕΚ προχώρησε σε μία ακόμη κίνηση με ξεκάθαρο αγωνιστικό και συμβολικό χαρακτήρα, καθώς ήρθε σε πλήρη συμφωνία με τον Μιγιάτ Γκατσίνοβιτς για την ανανέωση της συνεργασίας τους μέχρι το καλοκαίρι του 2028.
Η επιθυμία του 31χρονου Σέρβου μέσου να παραμείνει στην Ένωση ήταν δεδομένη εδώ και αρκετό καιρό και τελικά οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία για νέο διετές συμβόλαιο, επιβεβαιώνοντας τη σχέση εμπιστοσύνης που έχει…χτιστεί τα τελευταία χρόνια.
Ο Γκατσίνοβιτς αποκτήθηκε από την ΑΕΚ το καλοκαίρι του 2022 και μέσα σε τρία χρόνια έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο σταθερά πρόσωπα της ομάδας. Με τα κιτρινόμαυρα έχει ήδη πανηγυρίσει το νταμπλ του 2023, αλλά και το πρωτάθλημα του 2026, αποτελώντας κομμάτι ενός κορμού παικτών που συνέβαλαν καθοριστικά στην επιστροφή του κλαμπ στην κορυφή του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Οι αριθμοί του αποτυπώνουν σε σημαντικό βαθμό την παρουσία του στην ομάδα. Σε 130 συμμετοχές με τη φανέλα της ΑΕΚ, ο Σέρβος μεσοεπιθετικός μετρά 19 γκολ και 8 ασίστ, έχοντας αγωνιστεί σε αρκετούς διαφορετικούς ρόλους στον άξονα και στα άκρα. Ωστόσο, η προσφορά του δεν περιορίζεται μόνο στη στατιστική εικόνα.
Η εμπιστοσύνη του Νίκολιτς
Η φετινή σεζόν αποτέλεσε ίσως την πιο χαρακτηριστική απόδειξη της εμπιστοσύνης που δείχνει ο Μάρκο Νίκολιτς στον συμπατριώτη του. Ο Γκατσίνοβιτς κατέγραψε 31 συμμετοχές μέσα στη χρονιά και αποτέλεσε ένα από τα πιο σταθερά «γρανάζια» στη συνολική λειτουργία της ΑΕΚ.
Μπορεί να μην ήταν πάντα ο ποδοσφαιριστής που συγκέντρωνε τα φώτα της δημοσιότητας ή εκείνος που θα έκλεβε τις εντυπώσεις με θεαματικές ενέργειες, όμως η συμβολή του στις ισορροπίες της ομάδας ήταν κομβική.
Ο Νίκολιτς γνωρίζει πολύ καλά τι μπορεί να του προσφέρει ο «Γκάτσι» μέσα στο γήπεδο. Τον θεωρεί έναν ποδοσφαιριστή που υπηρετεί απόλυτα το αγωνιστικό πλάνο, διαθέτει υψηλή τακτική αντίληψη και μπορεί να ανταποκριθεί σε διαφορετικές απαιτήσεις μέσα στο ίδιο παιχνίδι.
Ειδικά σε ομάδες που βασίζονται στην πειθαρχία, στη συνοχή και στις σωστές αποστάσεις μεταξύ των γραμμών, παίκτες με τα χαρακτηριστικά του Σέρβου αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Και ίσως αυτό να εξηγεί γιατί η ανανέωση της συνεργασίας των δύο πλευρών προχώρησε χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Η επιθυμία του Γκατσίνοβιτς να συνεχίσει στην ΑΕΚ ήταν ξεκάθαρη, ενώ και ο Νίκολιτς θεωρούσε δεδομένη την ανάγκη παραμονής ενός ποδοσφαιριστή που γνωρίζει άριστα τη φιλοσοφία και τις απαιτήσεις του.
Η πρώτη γνωριμία
Η σχέση των δύο ανδρών, άλλωστε, δεν ξεκίνησε στην Ελλάδα. Η πρώτη τους «συνάντηση» πηγαίνει αρκετά χρόνια πίσω, στη σεζόν 2013-14, όταν συνεργάστηκαν στη Βοϊβοντίνα.
Τότε, ο νεαρός ακόμη Γκατσίνοβιτς έκανε τα πρώτα του σημαντικά βήματα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο και ο Νίκολιτς ήταν από τους ανθρώπους που πίστεψαν πολύ στις δυνατότητές του.
Ο Σέρβος τεχνικός είχε διακρίνει από νωρίς στοιχεία που θεωρούσε πολύτιμα: ένταση στο παιχνίδι, τακτική συνέπεια, σωστή αντίληψη του χώρου και διάθεση να υπηρετεί το σύνολο. Η κοινή τους παρουσία στη Βοϊβοντίνα δημιούργησε μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και εμπιστοσύνης η οποία φαίνεται πως διατηρείται αναλλοίωτη μέχρι σήμερα.

Αυτό ακριβώς το στοιχείο θεωρούν πολλοί και ως το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Γκατσίνοβιτς μέσα στην ΑΕΚ. Σε μια εποχή όπου τα ρόστερ αλλάζουν συνεχώς, οι απαιτήσεις αυξάνονται και οι προπονητές καλούνται να διαχειρίζονται πολλούς διαφορετικούς χαρακτήρες και αγωνιστικά προφίλ, η παρουσία ποδοσφαιριστών που γνωρίζουν απόλυτα τη φιλοσοφία του προπονητή αποκτά τεράστια σημασία.
Ο Γκατσίνοβιτς ανήκει ξεκάθαρα σε αυτή την κατηγορία. Είναι ένας παίκτης που μπορεί να λειτουργήσει ως «συνδετικός κρίκος» μέσα στο γήπεδο, να μεταφέρει τη νοοτροπία και τις απαιτήσεις του προπονητή στους υπόλοιπους και να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη συνοχή της ομάδας.
Η ΑΕΚ, λοιπόν, δεν κρατά απλώς έναν έμπειρο ποδοσφαιριστή στο ρόστερ της. Κρατά έναν παίκτη που γνωρίζει όσο λίγοι το πώς θέλει να λειτουργεί η ομάδα του Μάρκο Νίκολιτς. Και αυτό, πολλές φορές, αξίζει περισσότερο από οποιαδήποτε μεταγραφή.









