Του Κώστα Πλιάτσικα
Ο Μάρκο Νίκολιτς δεν είναι από τους προπονητές που επιδιώκουν να κερδίσουν τις εντυπώσεις με μεγάλα λόγια, επικοινωνιακά παιχνίδια ή ποδοσφαιρικές υπερβολές.
Δεν ανήκει στην κατηγορία των τεχνικών που χτίζουν το προφίλ τους πάνω στο «θέαμα» ή στις δημόσιες σχέσεις.
Αντίθετα, ο Σέρβος κόουτς έχει μάθει να αφήνει το έργο του να… μιλάει μέσα στο γήπεδο. Και η φετινή πορεία της ΑΕΚ προς την κορυφή του ελληνικού ποδοσφαίρου, ήρθε ουσιαστικά να επιβεβαιώσει κάτι που όσοι γνώριζαν καλά τη διαδρομή του στα Βαλκάνια και στην Κεντρική Ευρώπη θεωρούσαν σχεδόν δεδομένο: πως ο Νίκολιτς ξέρει τον τρόπο να δημιουργεί ομάδες με νοοτροπία πρωταθλητή.
Αυτό που κατάφερε στην πρώτη του κιόλας χρονιά στην Ελλάδα δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Ουσιαστικά πρόκειται για επανάληψη ενός έργου που έχει παρουσιάσει ξανά με επιτυχία τόσο στη Σερβία, όσο και στην Ουγγαρία.
Ο κοινός παρονομαστής παντού είναι ο ίδιος: πειθαρχία, αγωνιστική ισορροπία, σκληρή νοοτροπία και απόλυτη προσήλωση στο αποτέλεσμα.
Η κούπα στην Παρτιζάν Βελιγραδίου
Η πρώτη μεγάλη επιβεβαίωση της προπονητικής του ταυτότητας ήρθε στη δεύτερη θητεία του στην Παρτιζάν Βελιγραδίου τη σεζόν 2016-17.
Ο Νίκολιτς είχε καθίσει στον πάγκο της σερβικής ομάδας και νωρίτερα, από τον Δεκέμβριο του 2013 μέχρι τον Μάρτιο του 2015. Εκείνη η πρώτη παρουσία του είχε θετικό πρόσημο, χωρίς όμως να συνοδευτεί από τίτλους. Η πραγματική «εκτόξευση» ήρθε όταν επέστρεψε το καλοκαίρι του 2016.
Τότε ήταν που δημιούργησε ουσιαστικά το προφίλ του winning coach στη Σερβία. Η Παρτιζάν εκείνης της περιόδου κατέκτησε το νταμπλ και ειδικότερα το πρωτάθλημα απέναντι στον πανίσχυρο Ερυθρό Αστέρα, σε μια χρονιά γεμάτη πίεση, ένταση και τεράστιες απαιτήσεις.
Τα σερβικά ΜΜΕ παρουσίαζαν διαρκώς τον Νίκολιτς ως τον άνθρωπο που επανέφερε στην ομάδα τη «σκληρή» αγωνιστική ταυτότητα που παραδοσιακά χαρακτήριζε την Παρτιζάν.

Η έμφαση δινόταν κυρίως στην αμυντική οργάνωση, στην τακτική πειθαρχία και στην ικανότητα της ομάδας να διαχειρίζεται κρίσιμες καταστάσεις. Δεν ήταν μια ομάδα που μάγευε με το θέαμά της. Ήταν όμως μια ομάδα που ήξερε να επιβιώνει, να αντέχει και τελικά να κερδίζει. Και αυτό ακριβώς ήταν το στοιχείο που έκανε τη διαφορά.
Ο ίδιος μετά την κατάκτηση του τίτλου, είχε επιλέξει να σταθεί κυρίως στον χαρακτήρα που είχε αποκτήσει η ομάδα του. «Αυτή η ομάδα έμαθε να υποφέρει και να νικά», ήταν μία από τις ατάκες του που αναπαράχθηκαν περισσότερο εκείνη την εποχή στη Σερβία. Μια φράση που ουσιαστικά συμπυκνώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία του.
Ο Σέρβος τεχνικός δεν αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο μόνο ως ζήτημα τακτικής. Για εκείνον, το πνευματικό κομμάτι και η διαχείριση των αποδυτηρίων παίζουν καθοριστικό ρόλο. Θέλει ομάδες με προσωπικότητα, ανθεκτικότητα και νοοτροπία νικητή. Ομάδες που να μην λυγίζουν στις δύσκολες στιγμές.
Το repeat στην Ουγγαρία
Το ίδιο έργο επαναλήφθηκε σχεδόν αμέσως μετά και στην Ουγγαρία. Αναλαμβάνοντας τη Βίντι (τότε Βιντεότον) κατάφερε στην πρώτη του κιόλας χρονιά να οδηγήσει τον σύλλογο στην κατάκτηση του πρωταθλήματος. Και πάλι, τα ουγγρικά media στάθηκαν ακριβώς στα ίδια στοιχεία.
Τα ρεπορτάζ της εποχής έκαναν λόγο για έναν προπονητή που άλλαξε συνολικά τη mentality του κλαμπ. Για έναν κόουτς που έδωσε αγωνιστική πειθαρχία, ξεκάθαρο πλάνο και αποτελεσματικότητα.

Δεν ήταν τυχαίο ότι αρκετά δημοσιεύματα τον χαρακτήριζαν «μηχανή αποτελεσμάτων», δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ικανότητά του να παίρνει νίκες ακόμα και σε παιχνίδια που εξελίσσονταν σε πραγματικές μάχες.
Και στην Ουγγαρία, στάθηκε περισσότερο στον ψυχισμό της ομάδας του παρά στην τακτική. Μετά την κατάκτηση του τίτλου είχε δηλώσει χαρακτηριστικά πως «το μήνυμα αυτής της ομάδας είναι ότι δεν τα παρατά ποτέ».
Για εκείνον, το σημαντικότερο επίτευγμα δεν ήταν μόνο η κούπα, αλλά η δημιουργία μιας καθημερινής νοοτροπίας νικητή μέσα στα αποδυτήρια.
Ακριβώς αυτά τα στοιχεία φαίνεται πως κουβάλησε και στην ΑΕΚ. Από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στην Ένωση, επιχείρησε να περάσει μια διαφορετική φιλοσοφία. Περισσότερη πειθαρχία, μεγαλύτερη συγκέντρωση, καθαρούς ρόλους και κυρίως πνευματική σταθερότητα.
Η ΑΕΚ έδειξε μέσα στη σεζόν πως απέκτησε χαρακτήρα ομάδας που ξέρει να διαχειρίζεται την πίεση και να παίρνει αποτελέσματα ακόμα και όταν δεν βρίσκεται στην καλύτερη βραδιά της.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο προπονητικό παράσημο το Νίκολιτς. Δεν…χτίζει ομάδες που απλώς παίζουν καλά. «Χτίζει» ομάδες που μαθαίνουν να κερδίζουν. Και αυτό είναι κάτι που στο υψηλότερο επίπεδο του ποδοσφαίρου έχει πάντα τη μεγαλύτερη αξία.









