Του Διονύση Καρατζαφέρη
Στις 14 Νοεμβρίου έκανε πρεμιέρα στο Netflix μια ταινία που δεν είναι απλώς βιογραφική. Είναι ένα έργο μνήμης, αναγνώρισης και συμφιλίωσης. Το «Lefter: An Ordinaryus Story» παρουσιάζει την αναπάντεχη, αντιφατική και βαθιά ανθρώπινη διαδρομή του Λευτέρη Κιουτσουκαντωνιάδη, του «Λεφτέρ», του Έλληνα της Πόλης που έγινε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της Τουρκίας. Η ταινία τιμά τον άνθρωπο που γέφυρωσε δύο κόσμους οι οποίοι στα χαρτιά έδειχναν ασύμβατοι, αλλά στο γήπεδο ενώνονταν μέσα από την ομορφιά του παιχνιδιού.
Ο Λευτέρης Αντωνιάδης – όπως ήταν το βαφτιστικό του – γεννήθηκε το 1924 στην Πρίγκηπο, σε μια πολύτεκνη οικογένεια ψαράδων. Το παρατσούκλι «Κιουτσούκ» (μικρός) δεν ήταν μόνο αναφορά στο ύψος του, αλλά και τρόπος να ξεχωρίζει από τον αδελφό του Παναγή, επίσης ποδοσφαιριστή. Οι Τούρκοι το πρόσθεσαν στο όνομά του, δημιουργώντας το θρυλικό «Κιουτσουκαντωνιάδης» – όνομα που έγινε τραγούδι, σύνθημα και μύθος.
Μεγαλώνοντας σε μια περίοδο βαριάς ιστορικής μνήμης, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, ο Λευτέρης δεν είχε τίποτα δεδομένο. Η ελληνική κοινότητα της Πόλης ασφυκτιούσε και οι ρίζες του συχνά αντιμετωπίζονταν με καχυποψία. Όμως όλα αυτά έσβηναν όταν πατούσε στο χορτάρι. Η Φενέρμπαχτσε, του έδωσε την πρώτη μεγάλη ευκαιρία και εκείνος τη μετέτρεψε σε αθάνατο κεφάλαιο: 423 γκολ, 615 αγώνες, ο «ordinaryus», ο καθηγητής του ποδοσφαίρου. Το πλήθος τραγουδούσε: «Ver Lefter’e yaz deftere» – «δώστε στον Λευτέρη, θα το γράψει στο τεφτέρι». Το όνομά του μπήκε ακόμη και στον ύμνο της ομάδας.

Αλλά το μεγαλείο του δεν κτίστηκε χωρίς πληγές. Η ταινία αφιερώνει μεγάλο μέρος στη νύχτα των Σεπτεμβριανών του 1955, όπου ο Λεφτέρ έζησε τον πιο σκληρό φόβο της ζωής του. Το σπίτι του δέχθηκε επιθέσεις, τα παιδιά του κινδύνεψαν. «Πήγαν να τα σκοτώσουν», θυμόταν με τρεμάμενη φωνή. Παρότι φίλαθλοι της Φενέρ έγιναν τότε οι άτυποι σωματοφύλακές του, εκείνη η νύχτα έμεινε μέσα του για πάντα: ένας Έλληνας στην Τουρκία, άλλοτε λατρεμένος, άλλοτε ευάλωτος.
Κι όμως, ο Λεφτέρ ποτέ δεν απαρνήθηκε ούτε την ελληνική ούτε την τουρκική του ταυτότητα. Στην Εθνική Τουρκίας έγινε ηγετική μορφή, πέτυχε 21 γκολ σε 46 εμφανίσεις, πρωταγωνίστησε στη νίκη απέναντι στη θρυλική Ουγγαρία του Πούσκας και – όπως λέγεται – κάθε φορά που ακουγόταν ο εθνικός ύμνος, έσφιγγε τον σταυρό που φορούσε κρυμμένο στο λαιμό του.

Η ταινία όμως δεν παραλείπει και τις πικρές στιγμές που βίωσε στην Ελλάδα. Η εφημερίδα Αθλητική Ηχώ τον αποκάλεσε «Γενίτσαρο», προκαλώντας βαθύτατη πληγή. «Ένιωσα προδομένος», είχε πει. Ίσως γι’ αυτό η σύντομη θητεία του στην ΑΕΚ, στον σύλλογο του ελληνισμού της Πόλης, έχει μια ιδιαίτερη αξία. Ο αστικός μύθος λέει ότι ο Κλεάνθης Μαρόπουλος τον έκανε παίκτη της ΑΕΚ ζητώντας του… αυτόγραφο που ήταν στην πραγματικότητα συμβόλαιο. Με τα κιτρινόμαυρα έπαιξε μόλις πέντε φορές, αλλά πέτυχε δύο γκολ στο 7-1 με τον Απόλλωνα, μένοντας μέχρι σήμερα ο πιο ηλικιωμένος σκόρερ της «Ένωσης».

Το φιλμ του Netflix παρουσιάζει όλη αυτή τη διαδρομή χωρίς εξιδανικεύσεις. Ούτε η φτώχεια της Πρίγκηπου, ούτε τα πολιτικά μίση, ούτε ο τρόμος των Σεπτεμβριανών, ούτε η αγάπη των δύο λαών παρουσιάζονται μονοδιάστατα. Είναι μια ιστορία ανθρώπου, όχι αγάλματος. Μια ιστορία που στην καρδιά της λέει πως η ταυτότητα δεν είναι περιορισμός, αλλά δύναμη.
Ο Αντωνιάδης πέθανε το 2012, μέσα σε αποθέωση. Στην κηδεία του το γήπεδο της Φενέρ τραγουδούσε το ίδιο σύνθημα που τον ακολουθούσε μια ζωή. Ο ίδιος ο Ερντογάν είπε: «Χάσαμε τον καλύτερο που είχαμε». Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος τον είχε αποκαλέσει «Μπουγιουκαντωνιάδη» – «μεγάλο Αντωνιάδη».










